σημαδούρα

Πλωτό σώμα διάφορων σχημάτων και διαστάσεων, που χρησιμοποιείται για προσόρμιση των πλοίων ή για επισήμανση. Η σ. για προσόρμιση λέγεται συνήθως τσαμαδούρα (ναύδετο) και είναι ένας μεγάλος κύλινδρος από λαμαρίνα, υδατοστεγής, που διαθέτει την απαραίτητη άντωση για να συγκρατεί την ισχυρή αλυσίδα με την οποία είναι αγκυροβολημένη στο βυθό: τσαμαδούρες του τύπου αυτού βρίσκονται στους όρμους και στα λιμάνια για να εξασφαλίζουν την προσόρμιση στα πλοία. Κατά την πρόσδεση σε τσαμαδούρα, τα πλοία αποφεύγοντας να χρησιμοποιούν τις άγκυρες τους, πρέπει απλώς να αποσυνδέουν την αλυσίδα της άγκυρας τους και να τη συνδέουν με τον κρίκο πρόσδεσης της τσαμαδούρας ή να στερεώνουν τον κάβο τους στον κρίκο αυτό, που συνδέεται μέσω του πλωτού με την αλυσίδα της ίδιας της σ. Όταν η μεγάλη αλυσίδα προσόρμισης δε συγκρατιέται από τσαμαδούρα αλλά αφήνεται στο βυθό, συνδέεται σ’ αυτήν μια μικρή αλυσίδα, που συγκρατιέται από μια σ. μικρής άντωσης και χρησιμεύει για να ανεβάζει στο σκάφος την άκρη της αλυσίδας προσόρμισης. Οι σ. για επισήμανση - που μπορούν να είναι εφοδιασμένες με φωτιστικά, ακουστικά ή ραδιοηλεκτρικά μέσα - χρησιμεύουν για να δείχνουν αβαθή, δίαυλους, απαγορευμένα ύδατα ή σημεία στροφής κατά τους ιστιοπλοϊκούς αγώνες. Από τις σ. του τύπου αυτού αναφέρουμε επίσης την τηλεφωνική σ., που μπορεί να στέλνεται στην επιφάνεια από ένα υποβρύχιο που δεν μπορεί ν’ αναδυθεί (για να επισημάνει έτσι τη θέση του), και τις σ. για υπερηχητικές ή ραδιομαγνητικές σηματοδοτήσεις, που χρησιμοποιούνται για την αυτόματη αναζήτηση πλοίων και υποβρύχιων (ηχογωνιόμετρο). Ένα άλλο είδος σ. είναι ένα μικρό πλωτό που, αραγμένο με άγκυρα ή με οποιοδήποτε βάρος, χρησιμεύει για να δείχνει τη θέση ενός εμπόδιου για τη ναυσιπλοΐα (ύφαλοι, αβαθή κλπ.), απαγορευμένο δίαυλο ή ένα αντικείμενο που βρίσκεται στο βυθό και που πρέπει να ανελκυστεί ή, αν δεν είναι ορατό, πρέπει να επισημανθεί. Οι σ. του είδους αυτού μπορούν να είναι από ξύλο, φελλό ή μέταλλο: έχουν συχνά σχήμα δύο κώνων ενωμένων στη βάση. Μερικές φορές, για να γίνουν περισσότερο εμφανείς, είναι εφοδιασμένοι με ένα δοκάρι με σημαιούλα στην κορυφή, το οποίο εξέχει από την επιφάνεια του νερού. Η σ. λέγεται και σημαντήρας. Η πρώτη από τα δεξιά είναι αγκυροβολημένη, η δεύτερη με φως, η τρίτη με φως και κουδούνι, η τέταρτη με σειρήνα και η πέμπτη με ηλεκτρική γεννήτρια, που λειτουργεί με ηλεκτρική ενέργεια. Σημαδούρα που χρησιμοποιείται για επισήμανση (φωτ. ΑΠΕ).
* * *
και σαμαδούρα και σαμαντούρα και σημαντούρα και τσαμαδούρα, η, Ν
1. ναυτ. ο σημαντήρας
2. μτφ. χοντρή, ακαλαίσθητη γυναίκα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σημάδι / σημαντήρ + κατάλ. -ούρα (πρβλ. μουντζ-ούρα, χασ-ούρα)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σημαδούρα — [симадура] ουσ. Θ. буй, якорный бакен …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σημαδούρα — η σημάδι που επιπλέει στη θάλασσα και δείχνει το βάθος της, σημαντήρας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σημαντηρόδεσμος — ο, Ν ναυτ. ο πεισματιόδεσμος, κόμπος με τον οποίο προσδένεται σε μεγάλη άγκυρα το σχοινί που τήν συνδέει με την σημαδούρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < σημαντήρ, ῆρος «σημαδούρα» + δεσμός. Η λ. μαρτυρείται από το 1887 στον Ηλ. Κανελλόπουλο] …   Dictionary of Greek

  • τσαμαδουρόσχοινο — το, Ν σχοινί που συνδέει την άγκυρα με τη σημαδούρα η οποία δείχνει τη θέση της, αλλ. σημαντηρόσχοινο. [ΕΤΥΜΟΛ. < τσαμαδούρα / σημαδούρα + σχοινί] …   Dictionary of Greek

  • -ούρα — κατάλ. θηλυκών ουσ. τής Νέας Ελληνικής που προήλθε από τη λατ. κατάλ. ura (πρβλ. λατ. clausura, figura), ενώ, κατ άλλη απόψη πρόκειται για μεγεθυντική κατάλ. τών ουσ. σε ούρι(ον), πρβλ. και ουρία.Παραδείγματα ουσ. σε ούρα: αγιαστούρα,… …   Dictionary of Greek

  • άρτημα — ἄρτημα, το (Α) [αρτώ] 1. το κρεμαστό στολίδι, το σκουλαρίκι 2. το σχοινί για ανάρτηση 3. η σημαδούρα 4. στον πληθ. οι σύνδεσμοι που συνδέουν κυρίως τα μέρη μιας άρθρωσης …   Dictionary of Greek

  • ανεμούρι — το (Μ ἀνεμούριον) ο ανεμοδείκτης νεοελλ. 1. ο παιδικός χαρταετός 2. σημαδούρα δεμένη στην άκρη του διχτιού …   Dictionary of Greek

  • επιγραφίδα — η [επιγράφω] ξυλουργικό εργαλείο με το οποίο χαράζουν πάνω σε σανίδα ευθείες γραμμές, παράλληλες με τις πλευρές τής σανίδας, η σημαδούρα, ο γράφτης …   Dictionary of Greek

  • νάρκη — I (Βιολ.). Περιορισμός περισσότερο ή λιγότερο παρατεταμένος και βαθύς της ζωικής δραστηριότητας, που παρατηρείται σε διάφορα ασπόνδυλα και σπονδυλωτά ζώα (αλλά και σε φυτά, που το χειμώνα χάνουν τα φύλλα τους), όταν οι συνθήκες του περιβάλλοντος… …   Dictionary of Greek

  • σαμαδούρα — και σαμαντούρα, η, Ν βλ. σημαδούρα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.